Ουγγρικά - Αγγλικά

éves

A1 Ουγγρικά
old, annual, aged, yearly
A1
1
Μοτίβο χρήσης:
[szám] éves
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Of a particular number of years in age
Θέματα
age |numbers |measurement |time |core_vocabulary
Ορισμός

Used to state the age of a person or thing in years.

A2
1
Μοτίβο χρήσης:
éves + főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Happening yearly
Θέματα
time |frequency |recurring_events |core_vocabulary
Ορισμός

Occurring once every year.

A1
1
Μοτίβο χρήσης:
[szám] éves; [szám] évesen
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
having a stated number of years
Θέματα
age |measurement |people |animals |daily_life |time |core_vocabulary
Ορισμός

Used to show how old someone or something is, usually followed by a number of years.

A2
1
Μοτίβο χρήσης:
éves + főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
happening once every year
Θέματα
time |frequency |regularity |annual_cycle |core_vocabulary
Ορισμός

Happening, produced, or done once every year.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε