Ουγγρικά - Αγγλικά

facilitál

C1 Ουγγρικά
facilitate
ΡΉΜΑ C1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
facilitál valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Lead or guide a group process
Θέματα
meeting |discussion |teaching |group_work |leadership |moderation |work |education |communication
Ορισμός

To guide, manage, or coordinate a group discussion, meeting, or learning activity in a way that helps it run smoothly and enables participants to contribute effectively.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε