fegyenc
C1
Ουγγρικά
convict
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
2
convict
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person found guilty, usually in prison
Θέματα
law
|crime
|prison
|person
|core_vocabulary
Ορισμός
A person who has been found guilty of a crime in a court of law, especially someone who is serving a prison sentence.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.