Ουγγρικά - Αγγλικά

fejszével felaprít

B2 Ουγγρικά
axe
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
fejszével felaprít valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to cut something with an axe
Θέματα
cutting |woodcutting |tools |manual_work |daily_life |housing |core_vocabulary
Ορισμός

To cut, split, or chop something by striking it with an axe.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε