fejszével vág
B1
Ουγγρικά
axe
ΡΉΜΑ
B1
1
axe
B2
Μοτίβο χρήσης:
fejszével vág valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to cut something with an axe
Θέματα
cutting
|woodcutting
|tools
|manual_work
|daily_life
|housing
|core_vocabulary
Ορισμός
To cut, split, or chop something by striking it with an axe.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.