Ουγγρικά - Αγγλικά

félbeszakítás

B1 Ουγγρικά
interruption
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
vki/vmi félbeszakítása; félbeszakítás nélkül
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
cutting in while someone speaks
Θέματα
conversation |speech |rudeness |disruption |attention |communication |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

The act of stopping someone who is speaking or doing something by suddenly speaking or acting, especially when this is seen as rude or annoying.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε