Ουγγρικά - Αγγλικά

felébred

A2 Ουγγρικά
awake, wake, awaken
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
felébred valamire/valamitől
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Stop sleeping; become conscious
Θέματα
sleep |consciousness |morning |change_of_state |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To stop sleeping and become conscious of the surroundings.

ΡΉΜΑ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Stop sleeping and become conscious
Θέματα
sleep |waking |daily_routine |daily_life |health
Ορισμός

To stop sleeping and become aware of your surroundings.

ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
felébred; felébred álmából
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
stop sleeping or wake someone
Θέματα
sleep |waking |daily_routine |body |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To stop being asleep, or to cause someone to stop being asleep.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε