Ουγγρικά - Αγγλικά

felfogóképesség

B2 Ουγγρικά
comprehension
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
átlagos/gyenge/jó felfogóképesség; valakinek a felfogóképessége
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
general capacity to understand
Θέματα
cognition |ability |intelligence |education |core_vocabulary
Ορισμός

A person’s overall mental ability or power to understand things, often compared with that of others.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε