Ουγγρικά - Αγγλικά

felmenő

B2 Ουγγρικά
ancestor, predecessor
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
valakinek a felmenője; felmenők
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person from an earlier family generation
Θέματα
family |genealogy |descent |history |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

A person, usually more distant than a grandparent, from whom you are directly descended.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε