Ουγγρικά - Αγγλικά

felpuffad

B2 Ουγγρικά
puff
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
felpuffad a tészta/arc/has
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
swell or make swell with air
Θέματα
swelling |air |shape |baking |softness |core_vocabulary
Ορισμός

To swell or cause something to swell and become larger or rounder, often by filling it with air or making it fluffy.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε