felülkerekedik
B2
Ουγγρικά
prevail
ΡΉΜΑ
B2
2
prevail
B2
Μοτίβο χρήσης:
felülkerekedik vkin/vmin
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
win or be stronger
Θέματα
competition
|conflict
|success
|law
|justice
|core_vocabulary
Ορισμός
To win, succeed, or prove stronger than an opponent, difficulty, or opposing force.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.