Ουγγρικά - Αγγλικά

felüvölt

B2 Ουγγρικά
wail, howl
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
felüvölt a fájdalomtól; felüvölt fájdalmában
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Cry out in pain or strong feeling
Θέματα
pain |emotion |distress |crying_out |emotions |health
Ορισμός

To cry out in a long, loud way because of intense pain, grief, anger, or another strong emotion.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε