Ουγγρικά - Αγγλικά

fenékfél

B2 Ουγγρικά
cheek
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
a jobb/bal fenékfél; a fenékfelén
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
One side of the buttocks
Θέματα
body |buttocks |anatomy |core_vocabulary
Ορισμός

One of the two rounded parts of a person's or animal's buttocks.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε