Ουγγρικά - Αγγλικά

feszesít

B2 Ουγγρικά
tone, firm
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
testrészt/izmot feszesít
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make muscles firmer by exercise
Θέματα
exercise |fitness |muscles |body |health
Ορισμός

To make a part of the body firmer and stronger through exercise or training.

ΡΉΜΑ B2 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
feszesíti a karját/hasát/bőrét
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make more solid or steady
Θέματα
stabilization |strengthening |construction |finance |fitness |core_vocabulary
Ορισμός

To make something more solid, steady, or secure.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε