Ουγγρικά - Αγγλικά

fiatal

A1 Ουγγρικά
young, little, kid, youngster, juvenile
A1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
at an early stage of life
Θέματα
age |development |child |animal |immaturity |core_vocabulary
Ορισμός

Having lived for only a short time; not yet fully grown or developed.

A1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
young in age
Θέματα
age |youth |children |animals |life_stage |core_vocabulary
Ορισμός

Young; referring to someone at an early stage of life.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
child or young person
Θέματα
people |age |childhood |informal |daily_life |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

A child or young person who has not yet reached adulthood.

A1
2
Μοτίβο χρήσης:
fiatal + állat/személy
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
related to young people or animals
Θέματα
age |youth |law |crime |animals |core_vocabulary
Ορισμός

Relating to or characteristic of young people or young animals that are not yet adults.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε