Ουγγρικά - Αγγλικά

fizetendő

B2 Ουγγρικά
payable, due
B2 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
[összeg/díj/számla] ...-kor/-ig/-n belül fizetendő
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
due to be paid
Θέματα
payments |billing |debt |deadlines |finance |business
Ορισμός

Used about money or a debt that must be paid, either immediately or on a specified date.

B2
2
Μοτίβο χρήσης:
fizetendő összeg/díj
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
owed or payable
Θέματα
payment |debt |amount_due |obligation |entitlement |finance |business |daily_life
Ορισμός

owed to someone, especially as money that must be paid.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε