Ουγγρικά - Αγγλικά

fizetésemelés

B1 Ουγγρικά
raise, increment
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Increase in pay at work
Θέματα
work |salary |money |business |finance
Ορισμός

An increase in the amount of money you earn for your job.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1 FORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
periodic pay or salary raise
Θέματα
employment |salary |compensation |pay_raise |business |finance |work
Ορισμός

A regular increase in pay or salary, often given annually or according to a pay scale.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε