Ουγγρικά - Αγγλικά

fizetetlen

B2 Ουγγρικά
unpaid
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
fizetetlen munka/gyakornok/pozíció
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
working or done without pay
Θέματα
work |employment |volunteering |internship |payment |business
Ορισμός

Doing work or holding a position without receiving money for it.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε