Ουγγρικά - Αγγλικά

fogvatartás

C1 Ουγγρικά
incarceration
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 FORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
being held in prison
Θέματα
law |criminal_justice |prison |detention |punishment |crime |justice |prisons |society
Ορισμός

The state or period of being kept in a prison, jail, or similar institution, especially as a legal punishment or while awaiting trial.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε