Ουγγρικά - Αγγλικά

függőséget okoz

B2 Ουγγρικά
addict
ΡΉΜΑ B2 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
függőséget okoz valakinél; függőséget okoz valamivel szemben
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
cause someone to become dependent
Θέματα
causation |addiction |substance_use |medicine |games |dependency |health |core_vocabulary
Ορισμός

To cause someone to develop a physical or psychological dependence on a drug, alcohol, or another harmful substance or behavior.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε