fulladozik
B1
Ουγγρικά
choke
ΡΉΜΑ
B1
1
choke
B1
Μοτίβο χρήσης:
fulladozik vmitől; fulladozik, mert a torkán akadt vmi
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
be unable to breathe
Θέματα
breathing
|health
|throat
|food_safety
|body
Ορισμός
To be unable to breathe because something is stuck in your throat or it is blocked.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.