Ουγγρικά - Αγγλικά

fúr

A2 Ουγγρικά
bore, drill
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
lyukat fúr valamibe; átfúr valamin
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To make a hole in something
Θέματα
drilling |holes |construction |tools |materials |work |technology
Ορισμός

To make a hole in something by drilling, digging, or cutting.

ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
lyukat fúr valamibe; belefúr valamibe
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make a hole using a drill
Θέματα
tools |construction |diy |holes |manual_work |technology |work
Ορισμός

To make a hole in something by using a drill and a suitable bit.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε