Ουγγρικά - Αγγλικά

gazdálkodó

B1 Ουγγρικά
farmer
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person who works in farming
Θέματα
agriculture |occupation |crops |livestock |food_production |rural_life |work |core_vocabulary
Ορισμός

A person whose job is to grow crops or raise animals, especially as a source of income.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε