gonosztett
B2
Ουγγρικά
wickedness
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
wickedness
C1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a particular wicked or evil act
Θέματα
morality
|evil
|crime
|violence
|injustice
|core_vocabulary
Ορισμός
A specific act or deed that is very morally bad, cruel, or evil.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.