Ουγγρικά - Αγγλικά

görnyed

B2 Ουγγρικά
stoop
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
görnyedten jár/áll; vmi fölé görnyed
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
stand or walk bent forward
Θέματα
posture |body |aging |fatigue |habitual_action |health |core_vocabulary
Ορισμός

To walk or stand with your back and shoulders bent forward, usually as a long‑term habit or because of age, pain, or tiredness.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε