Ουγγρικά - Αγγλικά

gyanakszik

B1 Ουγγρικά
suspect, suspicious
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
valakire; arra gyanakszik, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Think someone did something wrong
Θέματα
crime |wrongdoing |belief |suspicion |law
Ορισμός

To believe, without certain proof, that someone has done something wrong or illegal.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
gyanakszik valakire/valamire
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
feeling doubt or mistrust
Θέματα
mistrust |suspicion |attitude |wrongdoing |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

Having a feeling that someone may be dishonest, dangerous, or involved in something wrong.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε