Ουγγρικά - Αγγλικά

gyanúsított

B2 Ουγγρικά
suspect
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person thought to be guilty
Θέματα
crime |law |police |person |investigation
Ορισμός

A person believed by the police or public to have committed a crime, but not yet proven guilty.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε