Ουγγρικά - Αγγλικά

gyengeelméjű

C2 Ουγγρικά
deficient
C2 ARCHAIC
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
having low mental ability (offensive)
Θέματα
offensive_language |archaic |disability |intelligence |medical_history |legal_terms |health
Ορισμός

Having significantly reduced intellectual ability; formerly used as a medical or legal term and now considered offensive when referring to people.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε