gyerek
A1
Ουγγρικά
child, kid, youngster
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A1
1
child
A1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A young person under puberty
Θέματα
person
|age
|childhood
|family
|daily_life
|core_vocabulary
Ορισμός
A young human being who has not yet reached puberty.
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A1
1
child
A2
Μοτίβο χρήσης:
vkinek a gyereke
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A son or daughter
Θέματα
family
|kinship
|offspring
|parenthood
|relationships
|core_vocabulary
Ορισμός
A person's son or daughter, regardless of age.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.