gyermek
A1
Ουγγρικά
offspring, child
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A1
FORMAL
1
offspring
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a person’s child or children
Θέματα
family
|people
|kinship
|relationships
Ορισμός
A person’s child or children.
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
2
child
A2
Μοτίβο χρήσης:
vkinek a gyermeke
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A son or daughter
Θέματα
family
|kinship
|offspring
|parenthood
|relationships
|core_vocabulary
Ορισμός
A person's son or daughter, regardless of age.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.