Ουγγρικά - Αγγλικά

gyógyíthatatlan beteg

B2 Ουγγρικά
incurable
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2 FORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person with an incurable illness
Θέματα
medicine |patient |formal |historical |health |people
Ορισμός

A person who has an illness that cannot be cured.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε