Ουγγρικά - Αγγλικά

gyűlik

A2 Ουγγρικά
accumulate, accrue
ΡΉΜΑ B1 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
gyűlik vhol/vmin
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Increase naturally over time
Θέματα
automatic_process |gradual_process |quantity |finance |weather |buildup |core_vocabulary |science
Ορισμός

To grow in amount or number without deliberate action, often due to natural or automatic processes.

ΡΉΜΑ A2 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
kamat/szabadságnap/összeg gyűlik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to gradually accumulate over time
Θέματα
finance |accumulation |gradual_change |quantity |core_vocabulary
Ορισμός

To gradually increase or accumulate in amount or number over a period of time.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε