Ουγγρικά - Αγγλικά

harcoló fél

B2 Ουγγρικά
combatant
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
harcoló fél; harcoló felek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person actively involved in fighting
Θέματα
war |armed_conflict |military |fighting |international_law |law |politics
Ορισμός

A person, group, or force that is actively involved in fighting in a war or armed conflict.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε