Ουγγρικά - Αγγλικά

harsog

C1 Ουγγρικά
din
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
harsog; valakinek a fülébe harsog
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to make a loud continuous noise
Θέματα
sound |noise |loudness |continuous_action |daily_life |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To make, or cause someone to hear, a loud continuous and usually unpleasant noise.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε