Ουγγρικά - Αγγλικά

hasadt

B2 Ουγγρικά
cleft
B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
split or divided in two
Θέματα
split |anatomy |appearance |medicine |separation |core_vocabulary
Ορισμός

Split or divided into two parts, especially in a way that creates a narrow opening or gap.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε