házasságot köt
B1
Ουγγρικά
wed
ΡΉΜΑ
B1
FORMAL
1
wed
B2
Μοτίβο χρήσης:
házasságot köt valakivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
marry; become husband and wife
Θέματα
marriage
|relationships
|ceremony
|family
|life_events
Ορισμός
To marry someone; to take someone as a spouse.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.