helyezkedik el
B2
Ουγγρικά
situated
ΡΉΜΑ
B2
1
situated
C1
Μοτίβο χρήσης:
valahol helyezkedik el
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
positioned relative to other things
Θέματα
position
|spatial_relation
|object_layout
|daily_life
|home
|health
Ορισμός
Placed or lying in a particular position, especially in relation to surrounding things.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.