hétköznap
A2
Ουγγρικά
weekday
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A2
1
weekday
A2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
day from Monday to Friday
Θέματα
time
|calendar
|work
|school
|daily_life
Ορισμός
Any day of the week from Monday to Friday, usually considered a day when people work or go to school.
A2
2
weekday
B1
Μοτίβο χρήσης:
hétköznap + ige/igenév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
happening on Monday–Friday
Θέματα
time
|calendar
|schedule
|services
|daily_life
|work
Ορισμός
Happening or available on weekdays rather than on weekends.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.