Ουγγρικά - Αγγλικά

hiányzó

A2 Ουγγρικά
absentee, absent
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who is not present
Θέματα
absence |attendance |school |work |meeting |person |education |daily_life
Ορισμός

A person who is not at a place where they are expected to be, especially at work, school, or a meeting.

A2
2
Μοτίβο χρήσης:
hiányzó személy/diák/dolgozó
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
not present in a place
Θέματα
attendance |school |work |presence |core_vocabulary |education
Ορισμός

Not in the place, event, or situation where someone or something is expected or supposed to be.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε