Ουγγρικά - Αγγλικά

hím

B1 Ουγγρικά
male, he
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
a hím; hím + állatnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A man or boy; masculine animal
Θέματα
biology |sex |animals |people |body |core_vocabulary
Ορισμός

A person or animal belonging to the sex that produces small, typically mobile reproductive cells (sperm), usually having XY chromosomes in humans.

B1
1
Μοτίβο χρήσης:
hím + állatnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Of the masculine sex
Θέματα
biology |sex |animals |people |body |core_vocabulary
Ορισμός

Belonging to the sex that produces small, typically mobile reproductive cells (sperm), in people or animals.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1 INFORMAL
2
he A2
Μοτίβο χρήσης:
hím vagy nőstény
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
male animal or baby
Θέματα
male |sex |animal |baby |informal |daily_life |animals
Ορισμός

a male animal or baby; a male

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε