Ουγγρικά - Αγγλικά

hivatásként megélt

C1 Ουγγρικά
vocational
C1 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
hivatásként megélt + főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
relating to a sense of calling
Θέματα
calling |vocation |purpose |religion |care_work |work |core_vocabulary
Ορισμός

Relating to a strong feeling that a particular type of work, especially religious or caring work, is a personal calling or purpose in life.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε