Ουγγρικά - Αγγλικά

hívek

B1 Ουγγρικά
flock, congregation
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
vkinek a hívei
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Group under religious leadership
Θέματα
religion |church |congregation |community |spiritual_care |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

The members of a church congregation under the care of a priest or minister.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
a hívek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Group attending a religious service
Θέματα
religion |worship |community |group |service |relationships
Ορισμός

A group of people who come together in a place of worship, such as a church, mosque, or synagogue, for a religious service.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε