hódító
B2
Ουγγρικά
conqueror
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
conqueror
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who takes land by force
Θέματα
military
|war
|conquest
|power
|history
|politics
|law
|core_vocabulary
Ορισμός
A person, especially a military leader, who defeats another group and takes control of their land or people, often by force.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.