hozzáférhetővé tesz
B2
Ουγγρικά
open
ΡΉΜΑ
B2
2
open
B1
Μοτίβο χρήσης:
hozzáférhetővé tesz valamit valaki számára
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make available for access/use
Θέματα
access
|availability
|public_access
|enablement
|communication
|work
|core_vocabulary
Ορισμός
To make something accessible, available, or ready for use by others.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.