ideiglenes munkatárs
B1
Ουγγρικά
temp
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
temp
B1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
temporary worker or employee
Θέματα
employment
|temporary_work
|worker
|workplace
|work
Ορισμός
A worker who is employed for a limited, usually short, period instead of as a permanent staff member.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.