Ουγγρικά - Αγγλικά

idős ember

A2 Ουγγρικά
senior
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
idős emberek; az idősek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Elderly person
Θέματα
age |elderly |retirement |public_services |discounts |daily_life |health |core_vocabulary
Ορισμός

An older adult, often over 60 or 65 years old, sometimes retired.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε