Ουγγρικά - Αγγλικά

idős

A2 Ουγγρικά
elderly, aged, old
A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Old, usually past middle age
Θέματα
age |people |life_stage |core_vocabulary |daily_life
Ορισμός

Being advanced in age, typically referring to a person who is past middle age and often retired.

A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
having become old
Θέματα
age |elderly |people |animals |plants |daily_life |body |core_vocabulary
Ορισμός

Having lived a long time; elderly.

A2
2
Μοτίβο χρήσης:
idős ember; [valaki] idős
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Having existed for many years
Θέματα
age |lifespan |people |animals |objects |time |core_vocabulary
Ορισμός

Having lived or existed for a relatively large number of years.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε