Ουγγρικά - Αγγλικά

idősebb

A2 Ουγγρικά
big, elder
A2 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
idősebb testvér; idősebb nála
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Older in family rank
Θέματα
family |siblings |age |maturity |rank |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

Older or elder in relation to siblings or peers.

A2
1
Μοτίβο χρήσης:
idősebb testvér/fiú/lány; valakinél idősebb
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
older of two relatives
Θέματα
age |family |siblings |birth_order |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

Older, especially of two people in the same family, usually used before a noun such as brother, sister, son, or daughter.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε