Ουγγρικά - Αγγλικά

illő

B2 Ουγγρικά
proper, fitting
B2
1
Μοτίβο χρήσης:
illő + főnév; illő vmit tenni; vmihez illő
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
socially or morally correct
Θέματα
social_norms |manners |morality |politeness |acceptability |core_vocabulary
Ορισμός

Conforming to accepted standards of behavior, morals, or correctness.

B2
2
Μοτίβο χρήσης:
illő vmihez; illő, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
appropriate or suitable for a situation
Θέματα
suitability |appropriateness |occasion |respect |core_vocabulary
Ορισμός

Appropriate or suitable for a particular person, purpose, or situation.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε