Ουγγρικά - Αγγλικά

inkomplett

C1 Ουγγρικά
incomplete
C1 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
inkomplett sérülés/bénulás/törés
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
partial, not total, loss of function
Θέματα
medicine |injury |partial_loss |function |technical |health |science
Ορισμός

In medical or technical contexts, having only a partial loss or absence of normal function, rather than a total one.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε